Μίζες 13 εκατ. € σε πολιτικούς, στρατηγούς και υπαλλήλους

Λερναία Υδρα θυμίζει η υπόθεση με τις μίζες στα εξοπλιστικά προγράμματα που αγόραζε η Ελλάδα την προηγούμενη 15ετία, λες και προετοιμαζόταν να εμπλακεί στον πόλεμο των ....άστρων.

Η νέα τεράστια υπόθεση που αποκαλύφθηκε και στην οποία εμπλέκονται (μεταξύ άλλων) και πάλι ο προφυλακισμένος Αντώνης Κάντας και ο επιχειρηματίας Θωμάς Λιακουνάκος αφορά το πρόγραμμα του λεγόμενου «ιπτάμενου ραντάρ» της Πολεμικής Αεροπορίας.

Πολιτικοί, στρατηγοί και ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα πήραν μίζες που αγγίζουν το ποσό των 13 εκατ. ευρώ προκειμένου η σουηδική εταιρεία Ericsson να κερδίσει το πρόγραμμα κατασκευής του Erieye, όπως είναι η κωδική ονομασία του ραντάρ. Την αποκάλυψη αυτή έκανε ο Λις Ολοφ Νέντζελ, πρώην στέλεχος της σουηδικής Ericsson. Το συμβόλαιο με το οποίο ανατέθηκε στους Σουηδούς η κατασκευή του ιπτάμενου ραντάρ υπεγράφη το 1999, επί υπουργίας Ακη Τσοχατζόπουλου, όταν γενικός διευθυντής Εξοπλισμών ήταν ο Γιάννης Σμπώκος και αναπληρωτής γενικός διευθυντής ο Αντώνης Κάντας, οι οποίοι σήμερα είναι προφυλακισμένοι στο σωφρονιστικό κατάστημα Κορυδαλλού.

Το ονομαστικό ύψος του προγράμματος με το οποίο η Πολεμική Αεροπορία απέκτησε τέσσερα ιπτάμενα ραντάρ, τα οποία παραδόθηκαν οριστικά το 2008, ανήλθε στα 531,6 εκατ. ευρώ. Το ζήτημα με τις μίζες για την αγορά των ραντάρ ανέκυψε τον Δεκέμβριο του 2013, όταν ο Αντώνης Κάντας αποκάλυψε στους ανακριτές ότι είχε πάρει μίζα ύψους 250.000 ευρώ για να συναινέσει στην αγορά του συστήματος Erieye.

Ουδείς, προφανώς εξαιρουμένων όσων δωροδοκήθηκαν και όσων πήραν τις μίζες, μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι οι Σουηδοί εξαγόρασαν εκείνους που έδωσαν το πράσινο φως για να αγοραστούν οι «εναέριες πλατφόρμες διοίκησης και ελέγχου», υποτίθεται για να υποστηρίζονται αεροπορικές και ναυτικές επιχειρήσεις με το ποσό των 13 εκατ. ευρώ, δηλαδή με περισσότερο από το 2% του συνολικού ποσού που κατέβαλαν οι Ελληνες για να αποκτήσουν τα σουηδικά ραντάρ…

Φήμες ότι οι Σουηδοί είχαν «χρυσώσει» πολλούς από εκείνους που είχαν αποφασιστική εμπλοκή στη λήψη της απόφασης για την προμήθεια του Erieye υπήρχαν εδώ και χρόνια. Ωστόσο οι ψίθυροι δεν ήταν δυνατό να τεκμηριωθούν όσο επικρατούσε ο νόμος της σιωπής. Οι Σουηδοί κατάφεραν να πουλήσουν το οπλικό τους σύστημα σε μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ -και μάλιστα στην Ελλάδα-, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό την καθημερινή δοκιμή του ιπτάμενου ραντάρ σε συνθήκες που προσομοιώνουν πραγματικές αεροπορικές επιχειρήσεις. Οι Ελληνες που δωροδοκήθηκαν δεν είχαν λόγο να «πουλήσουν» τους ευεργέτες τους και έτσι η ομερτά συνεχιζόταν…

Ο ρόλος του Χρήστου Τούμπα 

Η αποκάλυψη του παράνομου θησαυροφυλακίου πλέον των 10 εκατ. ευρώ που είχε συγκεντρώσει μέσα σε πέντε χρόνια ο Αντώνης Κάντας άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Ο προφυλακισμένος σήμερα πρώην αναπληρωτής διευθυντής Εξοπλισμών αποκάλυψε μεταξύ άλλων… μιζών ότι είχε χρηματιστεί με 250.000 ευρώ για να μην μπλοκάρει την αγορά των σουηδικών ραντάρ. Συνεργαζόμενος με τους ανακριτές, ο Κάντας κατονόμασε τον Χρήστο Τούμπα, απόστρατο αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας, ως τον άνθρωπο που του είχε καταβάλει τη μίζα. Ο Τούμπας ήταν αντιπρόσωπος της βραζιλιάνικης εταιρείας Embraer, σε αεροσκάφος της οποίας τοποθετείται το βασικό οπλικό σύστημα, δηλαδή το σουηδικό ραντάρ. Την προηγούμενη Τετάρτη, απολογούμενος ενώπιον των ανακριτών, ο Τούμπας έλυσε τη σιωπή του και βοήθησε τους δικαστές να χαρτογραφήσουν όσα είχαν συμβεί πριν, μετά και παράλληλα με την υπογραφή του συμβολαίου αγοράς των Erieye που κόστισε στο Ελληνικό Δημόσιο 531,6 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες που έχει το «ΘΕΜΑ», ο Τούμπας παραδέχθηκε πως έδωσε μίζα στον Κάντα για να μην μπλοκάρει το πρόγραμμα των ιπτάμενων ραντάρ. Υποστήριξε ωστόσο ότι το ποσό που κατέβαλε στον προφυλακισμένο πρώην αναπληρωτή διευθυντή Εξοπλισμών δεν ήταν 250.000 αλλά 150.000 ευρώ, τα οποία μάλιστα διακινήθηκαν μέσω της τραπεζικής οδού, με πράξεις, εμβάσματα και offshore, ώστε να χαθούν τα ίχνη της παράνομης συναλλαγής.

Κατά πληροφορίες, ο Τούμπας είπε ενώπιον των ανακριτών: «Χρήματα έχω δώσει κι αλλού, αλλά δεν είμαι εγώ ο αντιπρόσωπος των Σουηδών». Μάλιστα κατονόμασε ως αντιπρόσωπο της Ericsson στην Ελλάδα τον Θωμά Λιακουνάκο και περιέγραψε με λεπτομέρειες πώς μοίραζε το παιχνίδι ο επιχειρημα­τίας που αποκόμισε τη μερίδα του λέοντος από τους εξοπλισμούς δισεκατομμυρίων ευρώ της περιόδου από το 1999 μέχρι το 2004.

Αξιόπιστες πηγές μεταφέρουν στο «ΘΕΜΑ» ότι ο Χρήστος Τούμπας έδωσε πλήρη στοιχεία για το ποιος έδινε μίζες, ποιους πλήρωνε και πόσα τους κατέβαλλε, παραδίδοντας μάλιστα και τους σχετικούς φακέλους στις δικαστικές αρχές. Το γεγονός ότι ο απόστρατος αξιωματικός της Αεροπορίας που εμφανιζόταν ως ο κατ’ όνομα αντιπρόσωπος για την πώληση του Erieye συνεργάστηκε με τη Δικαιοσύνη, εξηγεί ίσως το γιατί οι ανακριτές επέβαλαν στον Τούμπα εγγύηση ύψους 150.000 ευρώ, του απαγόρευσαν την έξοδο από τη χώρα και τον άφησαν ελεύθερο.

Η αποκάλυψη ότι η Ericsson Microwave Systems, θυγατρική της Ericsson που θεωρείται παγκόσμιος γίγαντας στις τηλεπικοινωνίες, διέθεσε 13 εκατ. ευρώ για να χρηματίσει πολιτικούς, στρατηγούς και ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους ώστε να αποφασιστεί η αγορά του Erieye από την Πολεμική Αεροπορία, δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στον Θωμά Λιακουνάκο. Ηδη ο επιχειρηματίας θα βρεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης κατηγορούμενος για το σκάνδαλο του λεγόμενου «Ηλεκτρονικού Πολέμου». Πρόκειται για ένα οπλικό σύστημα που παραγγέλθηκε σε εταιρεία του το 2000 (και πάλι επί υπουργίας Τσοχατζόπουλου) και ζημίω­σε το Ελληνικό Δημόσιο με 43 εκατ. ευρώ, τα οποία εισέπραξε ο επιχειρηματίας χωρίς να έχει παραδώσει ούτε βίδα στον Ελληνικό Στρατό! Ο Λιακουνάκος, που αντιμετωπίζει κακουργηματικές κατηγορίες στην υπόθεση του «Ηλεκτρονικού Πολέμου», θα κληθεί από τη Δικαιοσύνη να διευκρινίσει σε ποιους δόθηκαν χρήματα, μέσω ποιων ενδιάμεσων και σε ποιες χρονικές περιόδους εξελίσσονταν οι «ωφέλιμες πληρωμές» και για το συμβόλαιο των σουηδικών ιπτάμενων ραντάρ.

Η «κατάθεση» του Νέντζελ 

Εκτός από την αποκάλυψη του Χρήστου Τούμπα ότι αντιπρόσωπος της Ericsson ήταν ο Λιακουνάκος, ο οποίος και αποφάσιζε τους «χειρισμούς» για την προώθηση του συστήματος Erieye, η θέση του αφεντικού της Axon επιβαρύνεται από τη χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων που έρχονται από τη Σουηδία όπου το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται όταν ο Λις Ολοφ Νέντζελ έλυσε τη σιωπή του. «Η μητέρα μου προτού πεθάνει μου είπε να καταγράψω την αλήθεια ως έχει και να την καταθέσω», είπε ο Νέντζελ στη σουηδική ραδιοφωνία όταν ρωτήθηκε γιατί αποφάσισε να μιλήσει για τις μίζες που μοίρασε η Ericsson στην Ελλάδα. Ο Νέντζελ δεν ήταν ένα οποιοδήποτε στέλεχος της Ericsson, αφού στα τέλη της δεκαετίας του 1990 δημιούργησε ένα «παγκόσμιο σχέδιο προμηθειών» όπου επιχειρηματίες προσλαμβάνονταν με έναν και μοναδικό σκοπό: να διανέμουν χρήματα σε όσους εμπορικούς αντιπροσώπους δεν ήθελαν να είναι εκτεθειμένοι δημοσίως.

Κάποια στιγμή ο Νέντζελ άρχισε να ανησυχεί από τα μεγάλα ποσά που διοχετεύονταν από το αρχηγείο της Ericsson. «Φαινόταν ότι κάποια από τα χρήματα χρησιμοποιούνταν για παράνομες συναλλαγές, δωροδοκίες», είπε στους Σουηδούς δημοσιογράφους Ντάνιελ Οχμαν και Γκόραν Μποντίν.

Ο Νέντζελ, που λειτούργησε σαν ένα ιδιότυπο «βαθύ λαρύγγι», για να στοιχειοθετηθούν οι παράνομες πρακτικές της Ericsson αποκάλυψε στη σουηδική ραδιοφωνία λεπτομέρειες για το σύστημα που χρησιμοποιούσε η τότε εταιρεία του ώστε να προσφέρεται αμοιβή στους Ελληνες που το 1999 συνέβαλαν να κλειστεί το συμβόλαιο των 531,6 εκατ. ευρώ.

Το πρώην στέλεχος της Ericsson αποκαλύπτει ένα περιστατικό που συνέβη το 2000, όταν η Ericsson του ζήτησε να μεταβεί στο Μονακό επειδή η τράπεζα Barclays, μέσω της οποίας επιχειρήθηκε να διακινηθούν τα χρήματα προς την Ελλάδα, μπλόκαρε τη μεταφορά ποσού 12 εκατ. δολαρίων διαβλέποντας ότι πρόκειται για «ανέντιμη συναλλαγή». Ο Νέντζελ περιγράφει τη συνάντησή του με τον Βρετανό δικηγόρο Πίτερ Κόλεριτζ στο Μονακό, ο οποίος φέρεται να έχει διακινήσει ποσά συνολικού ύψους 13,8 εκατ. δολαρίων από την Ericsson προς Ελληνες μεσάζοντες για να πληρωθούν οι συμφωνηθείσες μίζες. Για να εξαφανιστούν τα ίχνη των συναλλαγών χρησιμοποιούνταν η λιβεριανή εταιρεία offshore του Κόλεριτζ με την επωνυμία Interaction. Σύμφωνα με τον Νέντζελ, ο Κόλεριτζ χρησιμοποιούσε τα χρήματα για να πληρώνει Ελληνες που ήταν υπεύθυνοι για τη «χάραξη πολιτικής».

Ο Βρετανός δικηγόρος, συνομιλώντας με τον Σουηδό μάνατζερ της Ericsson, αποκάλυψε ότι επρόκειτο για πολιτικούς, στρατηγούς και ανώτατους δημοσίους υπαλλήλους. «Ποια ήταν τα ονόματά τους;» ρώτησε ο Νέντζελ τον Κόλεριτζ στο Μονακό. «Δεν θυμάμαι, ήταν τα τυπικά ελληνικά ονόματα. Ηταν υψηλά ιστάμενοι», απάντησε ο διαχειριστής της λιβεριανής Interaction που μετέφερε τις μίζες-αντίδωρο για τα σουηδικά ιπτάμενα ραντάρ από τη Στοκχόλμη στην Αθήνα.

Το άκρως εντυπωσιακό είναι η έμμεση παραδοχή της Ericsson. «Πιστεύω ότι δεν είναι έτσι», απάντησε η Νίνα ΜακΦέρσον, σύμβουλος της σουηδικής εταιρείας όταν ρωτήθηκε αν η Ericsson έδωσε μίζες στην Ελλάδα για να αναλάβει το συμβόλαιο του ιπτάμενου ραντάρ. «Αν υπήρξαν δωροδοκίες, δεν γνωρίζαμε τίποτα γι’ αυτό», είπε η ΜακΦέρσον.

Στο ερώτημα των Σουηδών δημοσιογράφων ποιος είναι ο Κόλεριτζ, η σύμβουλος της Ericsson απάντησε: «Απ’ ό,τι μου έχουν πει είναι κάποιος που εκπροσωπεί τον αντιπρόσωπό μας στην Ελλάδα, τον Χρήστο Τούμπα», και στο ερώτημα αν τα χρήματα πήγαιναν στον Βρετανό δικηγόρο απάντησε: «Δεν ξέρω γιατί πήρε χρήματα»…

Συμπληρώστε το E-mail σας για να ενημερώνεστε πρώτοι

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναγνώστες