Οι Έλληνες δεν πέρασαν το τεστ ευζωίας

Ο διεθνής οικονομικός οργανισμός προτρέπει τους επισκέπτες της ηλεκτρονικής σελίδας με θέμα την ανάλυση των στοιχείων και των δεικτών για «ποιότητα ζωής» στις χώρες του ΟΟΣΑ, να δοκιμάσουν... ένα τεστ, προκειμένου να τεστάρουν στα γρήγορα σε ποιο σημείο βρίσκεται η ποιότητα της ζωής τους.

«Πώς πάει η ζωή;» ρωτά ο ΟΟΣΑ, προλογίζοντας τις επεξηγήσεις για το σύνθετο στατιστικό του δείκτη που επιτρέπει και στον επισκέπτη του Διαδικτύου, να συγκρίνει τη ζωή του με τις εξελίξεις στις άλλες χώρες- μέλη του ΟΟΣΑ, αλλά και στον ίδιο τον Οργανισμό να γνωρίσει κι από τη συμπληρωματική και αμεσότερη πηγή το αξιακό σύστημα των πολιτών σε συγκεκριμένα θέματα που άπτονται των κοινωνικών και προσωπικών αναγκών τους.

H ανταπόκριση των επισκεπτών… ικανοποιητική, αφού πάνω από 3,4 εκατομμύρια δοκίμασαν να μετρήσουν το επίπεδο της προσωπικής τους ευζωίας με όρους ΟΟΣΑ. Οσο για τους 18.000 Ελληνες επισκέπτες, η Μαρτίν Ντουράντ, επικεφαλής στη Διεύθυνσης Στατιστικών Μελετών του ΟΟΣΑ, μας επισήμανε – κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε με Ελληνες δημοσιογράφους στην έδρα του οργανισμού, στο Παρίσι – ότι ξεχώρισαν τα εξής: η αξία του να νιώθεις ικανοποιημένος από τη ζωή σου, να έχεις υγεία και δυνατότητες σωστής εκπαίδευσης.

Μολονότι οι 18.000 απαντήσεις δεν αποτελούν ένα στατιστικά αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, ανταποκρίνονται σε ένα βαθμό με τα συμπεράσματα του ΟΟΣΑ για την ποιότητα ζωής μεταξύ των κρατών – μελών του, όπως προκύπτει κι από τα εξής γενικότερα ευρήματα της μελέτης του Οργανισμού το 2013:

- Ως προς την ποιότητα ζωής ή την ευζωία, η Ελλάδα, σε μέσους όρους, συγκαταλέγεται στο 20% των χωρών με τις χαμηλότερες αποδόσεις (με τη Χιλή, την Εσθονία, την Ουγγαρία, το Μεξικό, την Πορτογαλία, την Τουρκία). Στο υψηλότερο 20% υπερέχουν η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Δανία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ελβετία και οι ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο μέρος χωρών εντάσσεται στο 60% των μεσαίων αποδόσεων. Στην κορυφή αυτής της ομάδας χωρών κατατάσσονται η Αυστρία, το Βέλγιο, η Τσεχία, η Φινλανδία και η Γαλλία.

- Η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση σε ό,τι αφορά το αίσθημα ικανοποίησης από τον βίο που διάγουν οι άνθρωποι. Από το 2007 έως το 2011 το ποσοστό των Ελλήνων που δήλωναν ικανοποιημένοι από τη ζωή τους μειώθηκε από το 59% στο 34%, το χαμηλότερο ποσοστό χώρας στο σύνολο του ΟΟΣΑ. Ιδιαίτερα χαμηλά είναι και τα ποσοστά σε τομείς όπως η ποιότητα του περιβάλλοντος, η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών (όσο παράδοξο κι αν φαίνεται κρίνοντας μόνο από το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης) και οι κοινωνικές συνδέσεις.

- Μεταξύ των 11 μεγεθών βάσει των οποίων προσμετράται η ποιότητα ζωής, οι Ελληνες είναι πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ αναφορικά με την κατάσταση υγείας, την ισορροπία ανάμεσα στην εργασιακή και την προσωπική ζωή και στην προσωπική ασφάλεια.

- Ωστόσο, κάτω από τον μέσο όρο βρίσκεται η χώρα σε δείκτες όπως η εκπαίδευση και οι δεξιότητες, το εισόδημα και η ευημερία, η συμμετοχή στην απόδοση της δικαιοσύνης, στην απασχόληση και στις αμοιβές.

Κατά τη σύντομη επίσκεψη της «Κ» στην έδρα του ΟΟΣΑ, με πρόσκληση του καθηγητή Γεωπολιτικής κ. Γ. Στ. Πρεβελάκη ο οποίος είναι ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον οργανισμό, η έμφαση στα ζητήματα της ανισότητας και των προεκτάσεών της αποτελεί μια πτυχή της μετάβασης του ΟΟΣΑ στη νέα εποχή. Ο κ. Χέργουιγκ Ιμέρβολ, παρουσιάζοντας τα ευρήματα των μελετών για τις ανισότητες, επέμεινε ότι οι κοινωνικές επιπτώσεις από την κρίση θα υφίστανται για πολύ καιρό, καθώς η Ελλάδα μεταξύ 23 χωρών-μελών του ΟΟΣΑ διατηρεί την πρώτη θέση (ήδη από το 2012) στον δείκτη των «άνεργων νοικοκυριών». Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, την περίοδο 2010-2012 τα νοικοκυριά χωρίς κανένα εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 10% ποσοστιαίες μονάδες ανεβάζοντας το ποσοστό τους στο 20%.

Έμφαση στις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες

Η έμφαση των ερευνητών του ΟΟΣΑ στην κοινωνική διάσταση των οικονομικών πολιτικών δεν οφείλεται μόνο στη δυνατότητα που δίδει η Ελλάδα, ως ακραίο παράδειγμα της κρίσης και της δημοσιονομικής προσαρμογής. Ο Οργανισμός τον οποίο μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης ταύτισε, λόγω «εργαλειοθήκης» με την τρόικα βρίσκεται μετά το 2012 και επισήμως σε φάση μετάβασης. Η μετάβαση αυτή εμφανίζεται και ως μια πρωτοβουλία για «νέες προσεγγίσεις σχετικά με τις οικονομικές προκλήσεις» (NAEC ).

Ο ίδιος οργανισμός προσδιορίζει αυτό το βήμα ως «μια διαδικασία προβληματισμού σχετικά με τα αίτια της κρίσης και τα διδάγματα για την πολιτική. Στην πραγματικότητα ο ΟΟΣΑ επιχειρεί να γίνει λίγο περισσότερο κοινωνικός και να διατυπώσει προβλέψεις και προτάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις διευρυνόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Στο εσωτερικό του η αλλαγή είναι ανισόμετρη, με τις αντιθέσεις ανάμεσα στη γραμματεία και την ευρωπαϊκή ομάδα να γίνονται ορατές για θέματα που αφορούν όχι μόνο τις κοινωνικές πολιτικές, αλλά κυρίως το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το δημόσιο χρέος, εν προκειμένω της Ελλάδας.

Επί παραδείγματι η αμερικανική επιρροή στον ΟΟΣΑ επιθυμεί αυστηρότερους όρους εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρώπη, με υψηλότερο δείκτη μόχλευσης από αυτόν που ορίζουν οι κανόνες της Βασιλείας. Χαρακτηριστικές ήταν και οι διαπιστώσεις του ΟΟΣΑ περί μη βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και αναγκαιότητας «κουρέματος».

Θέση η οποία προκάλεσε κλυδωνισμούς στο υπουργείο Οικονομικών της Αθήνας αν και στη συνέχεια το «κούρεμα» μετεξελίχτηκε σε «φόρουμ για την ελάφρυνσή του». Επίσης εσωτερικές αντιθέσεις ανάμεσα στις διευθύνσεις εκδηλώνονται ανά θέμα, καθώς συχνά εμφανίζονται να συνυπάρχουν η αγγλοσαξωνική και η νεοσυντηρητική προσέγγιση με αναλύσεις που γίνονται από τη σκοπιά της κεϊνσιανής σκέψης «Η ανάπτυξη παραμένει η κινητήρια δύναμη για την ευημερία και την ευημερία των πολιτών, αλλά θα πρέπει να δημιουργήσει ένα νέο είδος. Αυτό που προωθεί περισσότερο την ένταξη, την καλύτερη συμμετοχή και την ίση ευκαιρία» επιμένουν οι επικεφαλής του ΟΟΣΑ. Το μέλλον θα δείξει.

Πηγή: Καθημερινή

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναγνώστες